DOWNLOAD

Previous
Next

από τους φίλους ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ
της HOMEOSTASIS
ειδικές προσφορές για τους
αναγνώστες του ganoderma πατήστε εδώ.

Η ανεξάρτητη αρθρογραφία στο blog χρειάζεται τη συνδρομή σας.
Υποστηρίξτε το ganodermareview.gr
με 1€, διαρκεί ένα λεπτό.
Πατήστε εδώ. Σας ευχαριστούμε.

Κοινοποίηση:

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on whatsapp

Λυσίνη (L-Lysine) : Ένα Απαραίτητο Αμινοξύ ως Natural Μedicine


Η Λυσίνη είναι ένα απαραίτητο αμινοξύ και συνάμα δομικό στοιχείο για όλες τις πρωτεΐνες του σώματος. Η Λυσίνη παίζει σημαντικό ρόλο στην απορρόφηση ασβεστίου, στην οικοδόμηση μυϊκών πρωτεϊνών, στην ανάρρωση από χειρουργικές επεμβάσεις ή αθλητικούς τραυματισμούς και στην παραγωγή ορμονών, ενζύμων και αντισωμάτων του σώματος. Αυτή η ανασκόπηση περιγράφει την κλινική σημασία της Λυσίνης στη αντιμετώπιση διαφόρων παθολογικών καταστάσεων όπως λοίμωξη από τον ιό του απλού έρπητα (HSV), οστεοπόρωση, άγχος και διαταραχές της διάθεσης, ημικρανία κ.λπ. Κλινικές μελέτες που παράγουν αντιφατικά αποτελέσματα στις επιδράσεις της ως συμπληρώματος διατροφής της Λυσίνης. ως προφύλαξη ή αντιμετώπιση ιού του απλού έρπητα έχουν συζητηθεί λεπτομερώς. Αυτή η ανασκόπηση συζητά επίσης την ασφάλεια και την επιστημονική λογική πίσω από τα φερόμενα φυσιολογικά οφέλη από την τεράστια αύξηση της χρήσης της. Επίσης τα οφέλη από τη χρήση της Λυσίνης ως συμπλήρωμα διατροφής σε σχέση με τις μελλοντικές προοπτικές.
Εισαγωγή Η λυσίνη είναι ένα απαραίτητο αμινοξύ στην ανθρώπινη διατροφή, που σημαίνει ότι ο οργανισμός δεν μπορεί να το παράγει, επομένως, πρέπει να ληφθεί μέσω της τροφής ή συμπληρωμάτων (Budavari S, 1989). Η Λυσίνη απομονώθηκε για πρώτη φορά από την καζεΐνη το 1889 από τον Γερμανό οδοντίατρο Heinrich Drechsel (Dorland, 1965). Εισήχθη για πρώτη φορά στην αμερικανική αγορά ως υδροχλωρική λυσίνη το 1955 (Flodin NW, 1997). Υπήρχε ενδιαφέρον για την ενίσχυση του ψωμιού με τη Λυσίνη για στόχευση πληθυσμών με διατροφή φτωχή σε λυσίνη. Ωστόσο, η Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων αρνήθηκε να τροποποιήσει τα πρότυπα ταυτότητας για το άσπρο ψωμί (L-Lysine. Monograph, 2007 and Flodin NW, 1997). Εκτιμάται ότι περισσότεροι από 600.000 μετρικοί τόνοι Λυσίνης παράγονται ετησίως λόγω της εκμετάλλευσης νέων χρήσεων σε φαρμακευτικά προϊόντα, καλλυντικά και πολυμερή υλικά και η αγορά παρουσιάζει δυναμικό ανάπτυξης 7-10% ετησίως (Mattheos Koffas και Γρηγόριος Στεφανόπουλος , 2005). Η Λυσίνη είναι σημαντική για τη σωστή ανάπτυξη του οργανισμού και παίζει ουσιαστικό ρόλο στην παραγωγή καρνιτίνης, μιας απαραίτητης ουσίας στον οργανισμό που είναι υπεύθυνη για τη μετατροπή των λιπαρών οξέων σε ενέργεια και βοηθά στη μείωση της χοληστερόλης. Ένα από τα βασικά δομικά στοιχεία του μυϊκού ιστού, αυτό το αμινοξύ χρησιμοποιείται συνήθως από τους αθλητές για να υποστηρίξει την άπαχη ανάπτυξη μάζας και τη συνολική υγεία των μυών και των οστών.
Πιθανός ρόλος στη μόλυνση από τον ιό του απλού έρπητα (HSV) Σύμφωνα με το Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου του Meryland (UMM), η Λυσίνη όταν λαμβάνεται τακτικά αποτρέπει την ανάπτυξη του επιχείλιου έρπητα (cold sore) και του έρπητα των γεννητικών οργάνων. Οι μελέτες έδωσαν τόσο θετικά όσο και αρνητικά αποτελέσματα και απαιτούνται περισσότερες για να αποδειχθεί οριστικά το όφελος της. Το 1978, οι Griffith RS et al., είχαν κάνει μια πολυκεντρική μελέτη της θεραπείας με λυσίνη σε λοίμωξη από απλό έρπητα και βρήκαν ευεργετική επίδραση από τη συμπληρωματική λυσίνη στην επιτάχυνση της αποκατάστασης από τη μόλυνση από απλό έρπητα και στην καταστολή της υποτροπής. Μελέτες καλλιέργειας ιστών έχουν δείξει ενισχυτική επίδραση στην αναπαραγωγή του ιού όταν η αναλογία αμινοξέων Αργινίνης προς Λυσίνη ευνοεί την Αργινίνη. Το αντίθετο, όταν υπερισχύει η Λυσίνη της Αργινίνης, καταστέλλεται το ιϊκό φορτίο και ο πολλαπλασιασμός του απλού έρπητα. Άλλες μελέτες το 1980, σε 65 άτομα, δεν βρήκαν κανένα όφελος, αλλά χρησιμοποίησαν χαμηλές δόσεις Λυσίνης (Milman N et al., 1980). Το 1984, οι McCune MA et al., διερεύνησαν την αντιπετώπιση επαναλαμβανόμενων λοιμώξεων απλού έρπητα με μονοϋδροχλωρική Λυσίνη σε μια τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, διασταυρούμενη μελέτη σαράντα ενός ατόμων και διαπίστωσαν ότι η από του στόματος λήψη 1.248 mg ημερησίως μονοϋδροχλωρικής Λυσίνης έδειξε ενδείξεις μείωσης του ποσοστού επανάληψης των μολύνσεων από τον απλό έρπη σε μη ανοσοκατεσταλμένους ξενιστές. Μια δόση 624mg την ημέρα δεν ήταν αποτελεσματική. Η Λυσίνη μπορεί επίσης να είναι ικανή να μειώσει τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων που σχετίζονται με υποτροπές. Καμία από τις δοσολογίες δεν έδειξε στοιχεία μείωσης του χρόνου επούλωσης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (McCune MA et al., 1984). Το 1987, οι Griffith RS et al. είχαν μελετήσει τη αντιμετώπιση και την προφύλαξη με Λυσίνη σε συχνά υποτροπιάζουσα λοίμωξη απλού έρπητα σε διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική δοκιμή μονοϋδροχλωρικής στοματικής Λυσίνης για την πρόληψη και τη θεραπεία της υποτροπιάζουσας λοίμωξης από απλό έρπητα (HSV). Στην ομάδα θεραπείας δόθηκαν δισκία μονοϋδροχλωρικής Λυσίνης (1000 mg Λυσίνης ανά δόση) 3 φορές την ημέρα για 6 μήνες. Συνολικά 27 άτομα με Λυσίνη και 25 άτομα με εικονικό φάρμακο ολοκλήρωσαν τη δοκιμή. Η ομάδα με Λυσίνη είχε κατά μέσο όρο 2,4 φορές λιγότερες επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις από HSV, τα συμπτώματα μειώθηκαν σημαντικά στη σοβαρότητα και ο χρόνος επούλωσης μειώθηκε σημαντικά. Η λυσίνη φαίνεται να είναι ένας αποτελεσματικός παράγοντας για τη μείωση της εμφάνισης, της σοβαρότητας και του χρόνου επούλωσης για υποτροπιάζουσα λοίμωξη από τον HSV (Griffith RS et al., 1987). Σε μια έκθεση, οι ερευνητές περιγράφουν μια σχέση μεταξύ της Λυσίνης, της Αργινίνης και του απλού έρπητα (HSV) του οποίου η αναπαραγωγή του απαιτεί υψηλή κατανάλωση αργινίνης. Η λυσίνη φαίνεται να είναι «αντιμεταβολίτης» της Αργινίνης, και ενεργεί ως ανάλογο της Αργινίνης, ανταγωνίζεται την απορρόφηση και την είσοδο σε ιστούς και κύτταρα. Η λυσίνη αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό του απλού έρπητα (HSV), ανταγωνιζόμενη την Αργινίνη κατά τη διάρκεια του. Τόσο ο επιχείλιος έρπης όσο και ο έρπης των γεννητικών οργάνων προκαλούνται επίσης από τον ίδιο ιό που ονομάζεται απλός έρπης (HSV). Μετά τη μόλυνση, ο ιός κρύβεται σε ορισμένα νευρικά κύτταρα και επανεμφανίζεται σε περιόδους στρες του οργανισμού. Η εργαστηριακή έρευνα έχει αποδείξει ότι η Λυσίνη καταπολεμά αυτόν τον ιό μπλοκάροντας την Αργινίνη, ένα αμινοξύ που χρειάζεται ο ιός για να αναπαραχθεί (Griffith RS et al., 1981). Για το λόγο αυτό, η Λυσίνη μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με διατροφή χαμηλής περιεκτικότητας σε Αργινίνη. Ωστόσο, αυτός ο ευρέως δηλωμένος ισχυρισμός δεν έχει αποδειχθεί. Όταν λαμβάνεται σε επαρκείς δόσεις, φαίνεται ότι η τακτική χρήση συμπληρωμάτων Λυσίνης μπορεί να είναι σε θέση να μειώσει τον αριθμό και την ένταση των εξάρσεων του απλού έρπητα (HSV) (Flodin NW, 1997). Μια διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη παρακολούθησε 52 συμμετέχοντες με ιστορικό εξάρσεων έρπητα (Griffith RS et al., 1987), με τη λήψη 3 gr Λυσίνης κάθε μέρα για 6 μήνες. H ομάδα που έπαιρνε Λυσίνη παρουσίασε κατά μέσο όρο 2,4 φορές λιγότερες εκδηλώσεις έρπητα από την ομάδα του εικονικού φαρμάκου – μια σημαντική διαφορά-. Οι εξάρσεις και υποτροπές στην ομάδα με Λυσίνη ήταν επίσης σημαντικά λιγότερο σοβαρές και επουλώθηκαν γρηγορότερα. Η αποτελεσματικότητα για υποτροπιάζοντα αφθώδη έλκη αξιολογήθηκε επίσης σε αυτή τη μελέτη. Μόνο ένας από τα 28 άτομα δεν επωφελήθηκε παίρνοντας λυσίνη. Η δοσολογία ήταν 500 mg Λυσίνης ανά ημέρα για πρόληψη και 1000 mg κάθε 6 ώρες μετά την ανάπτυξη του και στις δύο ομάδες. (Wright E, 1994).
Πιθανός ρόλος στην οστεοπόρωση, στον μεταβολισμό του Ασβεστίου & στο Κολλαγόνο Η οστεοπόρωση είναι μια οστική διαταραχή στην οποία τα οστά γίνονται αδύναμα και εύθραυστα, ιδιαίτερα στους γοφούς, τη σπονδυλική στήλη και τους καρπούς και αυξάνει τον κίνδυνο καταγμάτων. Η ικανότητα της Λυσίνης να ενθαρρύνει την απορρόφηση του ασβεστίου μπορεί να βοηθήσει στην προστασία από την οστική απώλεια Ασβεστίου που σχετίζεται με την οστεοπόρωση. Η Λυσίνη παίζει ρόλο στη διατήρηση υγιών οστών επειδή βοηθά το σώμα μας να απορροφήσει ασβέστιο, μειώνοντας παράλληλα την ποσότητα ασβεστίου που χάνουμε στα ούρα μας. Σύμφωνα με το Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου του Μaryland (UMM), η εργαστηριακή έρευνα δείχνει ότι η Λυσίνη, όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με την Αργινίνη, ενισχύει τη δραστηριότητα των κυττάρων που σχηματίζουν τα οστά και αυξάνει την παραγωγή κολλαγόνου. Αυτό μπορεί να συμβάλει στην αύξηση της αντοχής των οστών. Επομένως, η Λυσίνη μπορεί να σχετίζεται με προστασία έναντι της οστεοπόρωσης (Fini M et al., 2001). Ωστόσο, δεν υπάρχουν ερευνητικές μελέτες για τη σύνδεση της Λυσίνης με την πρόληψη της οστεοπόρωσης στον άνθρωπο (Ιατρικό Κέντρο Πανεπιστημίου του Maryland, Lysine, 2010). In vitro (στο εργαστήριο) δοκιμές με ανθρώπινους οστεοβλάστες δείχνουν ότι η Λυσίνη έχει θετική επίδραση στον πολλαπλασιασμό, την ενεργοποίηση και τη διαφοροποίηση των οστεοβλαστών. Επίσης η Λυσίνη μπορεί να ενισχύσει το εντερικό ασβέστιο. Συνδυάζοντας τα πιο πάνω αποτελέσματα η Λυσίνη μπορεί να συμβάλει σε μια θετική ισορροπία του ασβεστίου, υποδηλώνοντας έτσι την πιθανή χρησιμότητα των συμπληρωμάτων Λυσίνης τόσο για προληπτικές όσο και για θεραπευτικές παρεμβάσεις στην οστεοπόρωση. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι τα συμπληρώματα διατροφής από ορισμένα αμινοξέα, ιδιαίτερα την Λυσίνη, μπορούν να αυξήσουν την απορρόφηση ασβεστίου (Ca). Σε μια μελέτη, τα αποτελέσματα μιας βραχυπρόθεσμης διατροφής με Λυσίνη, Βαλίνη ή Τρυπτοφάνη σε 45 άτομα με οστεοπόρωση, έδειξε ότι η Λυσίνη και όχι η Βαλίνη ή η Τρυπτοφάνη αύξησε σημαντικά την εντερική απορρόφηση του ασβεστίου (Ca) (Civitelli R et al., 1992). Η Λυσίνη βοηθά επίσης τον οργανισμό να απορροφήσει τον σίδηρο και τον ψευδάργυρο, εκτός από το ασβέστιο.

Η Λυσίνη είναι καθοριστική για το σχηματισμό κολλαγόνου, το οποίο υποστηρίζει το δέρμα, τους μύες και τις αρθρώσεις. Χάνουμε κολλαγόνο καθώς μεγαλώνουμε και η συμπλήρωση με Λυσίνη μπορεί να βοηθήσει να διατηρήσει το δέρμα μας νεανικό και υγιές Το κολλαγόνο, φυσικά, είναι επίσης απαραίτητο για την επιδιόρθωση όλων των συνδετικών ιστών (συνδέσμων, χόνδρων, αρθρώσεων, δέρματος, οστών και δοντιών) και διαδραματίζει βασικό ρόλο στην ανάπτυξη και επισκευή πολλών ιστών. Έτσι, το υγιές κολλαγόνο μπορεί να βοηθήσει τους αθλητές να ανακάμψουν γρηγορότερα από έντονες προπονήσεις και να προστατεύσουν μερικούς από τους πιο εύθραυστους ιστούς του σώματος (Flakoll P et al., 2004).
Πιθανός ρόλος στις διαταραχές άγχους και διάθεσης Η Λυσίνη έχει γνωστή αγχολυτική δράση μέσω των επιδράσεών της στους υποδοχείς σεροτονίνης (5-ΗΤ4) στον εντερικό σωλήνα. Μια μελέτη σε αρουραίους έδειξε ότι η υπερδιέγερση των 5-ΗΤ4 υποδοχέων στο έντερο σχετίζεται με παθολογία που προκαλείται από άγχος (Smriga and Torli, 2003). Η Λυσίνη, ενεργώντας ως ανταγωνιστής της σεροτονίνης και ως εκ τούτου μειώνοντας την υπερδραστηριότητα αυτών των υποδοχέων, μείωσε συμπτώματα άγχους και διάρροιας που προκλήθηκε από το άγχος στον πληθυσμό του δείγματος. Μια άλλη μελέτη έδειξε ότι η ανεπάρκεια Λυσίνης οδηγεί σε παθολογική αύξηση της σεροτονίνης στην αμυγδαλή, μια εγκεφαλική δομή που εμπλέκεται στη συναισθηματική ρύθμιση και την απόκριση στο στρες (Smriga et al., 2002).

Η Λυσίνη ως συμπλήρωμα διατροφής φαίνεται να μειώνει το μακροχρόνιο άγχος σε άτομα που δεν λαμβάνουν επαρκή ποσότητα Λυσίνης με την τροφή τους. Μια μελέτη με βάση τον πληθυσμό στη Συρία περιελάμβανε 93 οικογένειες των οποίων η διατροφή βασίζεται κυρίως σε δημητριακά και επομένως είναι πιθανό να ήταν ανεπαρκής στη Λυσίνη. Η προσθήκη Λυσίνης στην τροφή τους αποδείχθηκε ότι μείωσε τους δείκτες άγχους, συμπεριλαμβανομένων των επιπέδων κορτιζόλης και επίσης οδήγησε σε ενίσχυση των υποδοχέων βενζοδιαζεπίνης (Smriga et al., 2004). Σύμφωνα με μια τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή δοκιμή, η ενίσχυση της Λυσίνης σε μια διατροφή με βάση το σιτάρι (με έλλειψη Λυσίνης) μείωσε σημαντικά τη βαθμολογία άγχους. Εικάζεται ότι η δράση της Λυσίνης ως ανταγωνιστής των υποδοχέων σερετονίνης 5-ΗΤ4 και αγωνιστής των υποδοχέων βενζοδιαζεπίνων είναι υπεύθυνη για το παρατηρούμενο αποτέλεσμα. Αντίθετα,σε μια προοπτική μελέτη 29.133 ανδρών (ηλικίας 50-69 ετών) δεν διαπιστώθηκε συσχέτιση μεταξύ της πρόσληψης Λυσίνης και της καταθλιπτικής διάθεσης. Μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε το 2007 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Λυσίνη όταν συνδυάζεται με το αμινοξύ Αργινίνη φαίνεται να ανακουφίζει το ψυχικό στρες και το άγχος (Smriga M et al., 2007). Λόγω της έλλειψης επαρκών δεδομένων, είναι δύσκολο να συστηθεί η χρήση της Λυσίνης στη αντιμετώπιση του άγχους και των διαταραχών της διάθεσης, επομένως απαιτούνται περαιτέρω μελέτες στον τομέα αυτό για την κατανόηση του μηχανισμού και την παροχή σταθερών αποδεικτικών στοιχείων για τις χρήσεις του ως παράγοντα κατά του άγχους.

Πιθανός ρόλος στην Ημικρανία Η διαδικασία της φλεγμονής είναι ζωτικής σημασίας για την ημικρανία και αρκετά μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) είναι αποτελεσματικά στη θεραπεία των ημικρανιών. Παρά την αποτελεσματικότητά τους, η συνήθης χρήση ΜΣΑΦ περιορίζεται από παρενέργειες καθώς και από ελλιπή αποτελεσματικότητα σε ορισμένους ασθενείς. Η ακετυλοσαλικυλική λυσίνη είναι μια μορφή ασπιρίνης, μια χημική ουσία με ανακουφιστικές ιδιότητες (Krymchantowski A V, 2005). Τον Απρίλιο του 2011, το περιοδικό «Neurology» δημοσίευσε τα ευρήματα μιας μελέτης που μετρούσε την αποτελεσματικότητα της ακετυλοσαλικυλικής λυσίνης έναντι σοβαρών πονοκεφάλων. Οι ερευνητές ξεκινούν αναγνωρίζοντας το εδραιωμένο γεγονός στην επιστημονική κοινότητα ότι αυτή η ουσία ανακουφίζει τη συνήθη οξεία ημικρανία (W. Weatherall et al., 2010). Η κλονιξινική λυσίνη είναι ένα μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο. Το 2001, το βραζιλιάνικο περιοδικό «Archives of Neuropsychiatry» ανέφερε έρευνα που εξέτασε εάν η κλονιξίνικη λυσίνη ανακούφισε την οξεία ημικρανία. Η ουσία ανακούφισε τον μέτριο πόνο της ημικρανίας εντός μίας έως τεσσάρων ωρών από τη χορήγηση του φαρμάκου σε καλύτερο ποσοστό από το εικονικό φάρμακο που χρησιμοποιήθηκε. Όσον αφορά την απόδοσή του κατά της σοβαρής ημικρανίας, η κλονιξίνικη λυσίνη ανακούφισε επίσης τον πόνο, αλλά με τον ίδιο ρυθμό επιτυχίας με το εικονικό φάρμακο. Σε σύγκριση του συνδυασμού ακετυλοσαλικυλικής λυσίνης (ισοδύναμο με 900mg ασπιρίνης) και 10mg μετοκλοπραμίδης (LAS+MTC) με από του στόματος σουματριπτάνη (100mg) και εικονικού φαρμάκου σε 421 ασθενείς με ημικρανία έδειξε ότι το LAS+MTC ήταν εξίσου αποτελεσματικό με τη σουματριπτάνη με μείωση του πονοκέφαλου από σοβαρή ή μέτρια έως ήπια ή καμία από τις 57% και 53%, αντίστοιχα, για την πρώτη θεραπεία της ημικρανίας. Και οι δύο θεραπείες ήταν καλύτερες από το εικονικό φάρμακο (ποσοστό επιτυχίας 24%). Το LAS+MTC ήταν σημαντικά πιο αποτελεσματικό στη θεραπεία της ναυτίας από τη σουματριπτάνη και ήταν καλύτερα ανεκτό (ανεπιθύμητες ενέργειες σε 18% έναντι 28%). Το LAS + MTC είναι τόσο αποτελεσματικό όσο η σουματριπτάνη στη θεραπεία των ημικρανικών κρίσεων. Είναι επίσης πολύ φθηνότερο (P Tfelt-Hanse et al., 1995).
Πιθανός πόλος στην νόσο του Αλτσχάιμερ Υπάρχει μια αυξανόμενη σειρά στοιχείων που εμπλέκουν τον ιό του απλού έρπητα τύπου 1 (HSV-1) στην ανάπτυξη της άνοιας του Αλτσχάιμερ. Ο HSV-1 βρέθηκε να υπάρχει στο εγκέφαλο της μεγάλης πλειοψηφίας των ηλικιωμένων ενηλίκων και σε πολλές από τις ίδιες περιοχές του εγκεφάλου που επηρεάζονται από την άνοια του Alzheimer. Όταν είναι ενεργός, ο ιός μπορεί να συμβάλει στο σχηματισμό των αμυλοειδών πλακών που χαρακτηρίζουν την άνοια του Alzheimer. Όπως η άνοια του Αλτσχάιμερ και η εγκεφαλίτιδα HSV-1 μπορεί να προκαλέσει απώλεια μνήμης μακροπρόθεσμα. Ο πολλαπλασιάσμος του HSV-1 καταστέλλεται σε περιβάλλον πλούσιο σε Λυσίνη/φτωχό σε Αργινίνη και μελέτες σε πληθυσμούς υποδηλώνουν ότι οι δίαιτες με υψηλή περιεκτικότητα σε Λυσίνη και χαμηλές σε Αργινίνη μπορεί να σχετίζονται με χαμηλότερα ποσοστά άνοιας του Αλτσχάιμερ. Δεν υπάρχουν προοπτικές μελέτες για την αποτελεσματικότητα των συμπληρωμάτων Λυσίνης για την πρόληψη ή τη μείωση της συχνότητας άνοιας του Alzheimer. Η συμπλήρωση με επαρκείς δόσεις Λυσίνης θα μπορούσε να αποτρέψει την ανάπτυξη της άνοιας του Αλτσχάιμερ (Rubey RN, 2010).
Ασφάλεια Παρόλο που η Λ-Λυσίνη είναι ουσιαστικό μέρος της διατροφής, η ασφάλεια των συμπυκνωμένων συμπληρωμάτων Λυσίνης δεν έχει μελετηθεί καλά. Σε μελέτες σε ζώα, οι υψηλές δόσεις έχουν προκαλέσει χολόλιθους και αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης (Kritchevsky D. et al., 1984, Leszczynski D.E και Kummerow F.A, 1982). Δεν έχουν τεκμηριωθεί οι μέγιστες ασφαλείς δόσεις για μικρά παιδιά, έγκυες ή θηλάζουσες γυναίκες ή για άτομα με σοβαρή ηπατική ή νεφρική νόσο. Αν και σπάνια, έχουν παρατηρηθεί κράμπες στην κοιλιακή χώρα και διάρροια σε εξαιρετικά υψηλές ποσότητες (15 έως 40gr ανά ημέρα). Έχει αναφερθεί αυξημένος κίνδυνος χολόλιθων και αυξημένης χοληστερόλης (μόνο σε μελέτες σε ζώα) όπου χρησιμοποιήθηκαν υψηλές ποσότητες. Η συμπλήρωση λυσίνης δεν συνιστάται για παιδιά. Δεν βρέθηκε γνωστή τοξικότητα με τη χρήση λυσίνης. Οι περισσότεροι άνθρωποι χρειάζονται περίπου 1 γραμμάριο λυσίνης την ημέρα. Η απαίτηση μπορεί να είναι μεγαλύτερη για αθλητές και άτομα που αναρρώνουν από σοβαρούς τραυματισμούς, ειδικά εγκαύματα. Φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματικό όταν λαμβάνεται με άδειο στομάχι με νερό. Για την αύξηση της απελευθέρωσης της αυξητικής ορμόνης, συνιστάται η λυσίνη πριν από τον ύπνο ή πριν από την άσκηση (Suminski RR et al., 1997). Εάν ληφθεί σε αναλογία 4: 1 με αργινίνη, η Λυσίνη μπορεί τόσο να αποτρέψει τη μόλυνση από τον ιό του έρπητα όσο και να αποτρέψει τις εκδηλώσεις σε εκείνους που έχουν ήδη τον ιό. Η ανεπάρκεια της λυσίνης έχει συνδεθεί με κόπωση/αδυναμία, κόκκινα μάτια, ζάλη, μειωμένο εύρος προσοχής, αναιμία, διαταραχές ενζύμων, καθυστερημένη ανάπτυξη και ανοσολογικές διαταραχές κ.λπ. Δοσολογία ανεπιθύμητης αντίδρασης μεγαλύτερες από 10-15g/ημέρα μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερική δυσφορία με συμπτώματα ναυτίας , εμετού και διάρροιας. Κλινικές δοκιμές διαπίστωσαν ότι η Λυσίνη ενισχύει την εντερική απορρόφηση και μειώνει τη νεφρική απέκκριση ασβεστίου. Η Λυσίνη αντενδείκνυται σε άτομα με σπάνια γενετική διαταραχή υπερλυσιναιμία/υπερλυσινουρία.

Τα συμπληρώματα Λυσίνης σε υψηλή δόση θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε υπερασβεστιαιμικές καταστάσεις και από άτομα με νεφρική ή ηπατική νόσο. Η ασφάλεια είναι άγνωστη για τα συμπληρώματα υψηλής δόσης, ωστόσο, τα επίπεδα πρόσληψης διατροφής είναι ασφαλή.
Συμπέρασμα Έχουν περάσει περίπου 70 χρόνια από την ανακάλυψη της Λυσίνης, ενός βασικού αμινοξέος που είναι ικανό να αποτρέψει πολλές παθολογικές καταστάσεις. Έκτοτε, έχουν πραγματοποιηθεί αρκετές μελέτες για την κατανόηση των μηχανισμών και τον προσδιορισμό των βέλτιστων δόσεων Λυσίνης κυρίως για την αντιμετώοιση της μόλυνσης από τον ιό του απλού έρπητα. Μια τυπική θεραπευτική δοσολογία Λυσίνης, εάν λαμβάνεται 1g τρεις φορές την ημέρα ή περισσότερο για 6 μήνες, μπορεί να είναι χρήσιμη για λοιμώξεις από έρπητα. Αυτό μπορεί να ληφθεί ως κανονικό μέρος της διατροφής και θα αποτρέψει τις εξάρσεις έρπητα. Οι παραπάνω μελέτες παρείχαν την εικόνα για τη χρήση της Λυσίνης στη αντιμετώπιση ή πρόληψη της οστεοπόρωσης, της ημικρανίας, της άνοιας του Αλτσχάιμερ. Η Λυσίνη χρησιμεύει ως ένας πολύ καλός υποψήφιος για τις μελλοντικές μελέτες και μπορεί να λειτουργήσει ως κύριος στόχος για νέα φαρμακευτική θεραπεία σε προαναφερθείσες ασθένειες.

Σχετικά άρθρα της κατηγορίας

No data was found